|
|
Ο Σωτήρης Σόρογκας στον Πόρο
Στο διατηρητέο κτήριο στον Πόρο, όπου στεγάζεται η Γκαλερι Citrone, απέναντι στο λιμάνι, έγιναν το Σάββατο (20 Ιουνίου) τα εγκαίνια της έκθεσης του Σωτήρη Σόρογκα, την πρώτη έκθεση γι αυτό το καλοκαίρι που οργανώνει η Διευθύντρια της Γκαλερί και Ιστορικός Τέχνης στο Πανεπιστήμιο της Βοστώνης κ. Τατιάνα Σπινάρη, για να ακολουθήσουν οι εκθέσεις του Χρόνη Μπότσογλου και του Παναγιώτη Τέτση τον Ιούλιο και τον Αύγουστο.
Εκεί λοιπόν, στο δροσερό κήπο με τους φίκους και το άρωμα από το λεμονοδάσος, άρχισε η κουβέντα μ ένα ποτήρι κρασί ανάμεσα στον καλλιτέχνη, τους μαθητές από το κλιμάκιο του Πανεπιστημίου του Χάρβαρντ στο Ναύπλιο, τον καθηγητή αρχιτεκτονικής στο Χάρβαρντ Σπύρο Πολλάλη που είναι ο σύζυγος της κας Σπινάρη, τον ζωγράφο Κοκκινίδη, τον κριτικό τέχνης Καμπουρίδη και τους άλλους φιλότεχνους που εδώ και τέσσερα χρόνια παρακολουθούν το πολιτιστικό αυτό γεγονός τα καλοκαίρια στον Πόρο.
Στους πίνακες με «Σκουριές και ξύλα της θάλασσας» όπως είναι ο τίτλος της έκθεσης, αναβιώνει για μια φορά ακόμα η μεταφυσική αδυναμία του ζωγράφου για τη γοητεία της φθοράς που οδεύει προς το θάνατο. «Είναι κάτι που δεν μπορώ να ξεκολλήσω», λέει, «από τη φθορά του ερειπίου». Η σκουριά σ ένα παρατημένο βαρέλι στη θάλασσα, τα διαβρωμένα ξύλα από την αλμύρα, εικόνες από παλιά καρνάγια, όλα πάνω σε άσπρο φόντο με μια μικρή, υπαινικτική λουλακιά θάλασσα στο βάθος, αυτά είναι που συγκινούν περισσότερο τον Σωτήρη Σόρογκα.
«Είναι και η ποίηση του Γιώργου Σεφέρη που μ έχει επηρεάσει», συνεχίζει, «ξέρω απ έξω ολόκληρο τον Σεφέρη, αυτός δεν μιλάει για τα ξύλα της θάλασσας? Ο Σεφέρης είχε ένα μαράζι, ένα παράπονο, ήταν άνθρωπος ξερριζωμένος. Η Ελλάδα τον πλήγωνε γιατί αλλιώς την περίμενε. Διαβάζοντάς τον έβρισκα πως είχαμε κάποιες εκλεκτικές συγγένειες. Την πρώτη μου έκθεση το 1972 στο Χίλτον την αφιέρωσα στον Γιώργο Σεφέρη, γίναμε φίλοι, και όταν πέθανε ο ποιητής, η γυναίκα του η Μαρώ μου χάρισε τα εκμαγεία από τα χέρια του».
Παρ όλο που διαβάζει πολλή ποίηση ο Σωτήρης Σόρογκας, δεν γράφει ποιήματα. «Δεν τολμάω» λέει. Αναγνωρίζει ότι «εμείς οι καλλιτέχνες είμαστε άνθρωποι τυχεροί. Κάνουμε αυτό που μας αρέσει και μας πληρώνουν κι από πάνω. Σήμερα δεν υπάρχει ζωγράφος που να μην έχει να πληρώσει το νοίκι του, όπως συνέβαινε στη δεκαετια του 60. Εχει δημιουργηθεί ένας αριθμός από μικρούς συλλέκτες έργων τέχνης. Αγοράζουν έργα μικρά ή μεγαλύτερα και κάνουν μια επένδυση, με την αξία τους να μεγαλώνει με τα χρόνια. Δεν είναι όπως ένα έπιπλο, που θα παλιώσει και θα το πετάξεις. Ετσι, η οικονομικη κρίση ελάχιστα μας έχει αγγίξει».
Προχωρώντας η συζήτηση αρχίζει και η εκ βαθέων εξομολόγηση. «Όταν ήμουνα παιδί, ήμουνα πολύ αδύνατος και πολύ ψηλός για την ηλικία μου και τα παιδιά στο σχολείο με πειράζανε, με κοροϊδεύανε. Ηθελα λοιπόν να κάνω κάτι που να μου φέρει την αναγνώριση, να κάνω κάτι διαφορετικό από τους άλλους, κάτι καλύτερο απ αυτούς. Ετσι, από μικρή ηλικία άρχισα να ζωγραφιζω. Η μητέρα μου δεν προλάβαινε να μου φέρνει χαρτιά και μολύβια».
Εν τούτοις η καριέρα του άρχισε από την αρχιτεκτονική. Βγήκε αρχιτέκτονας από το Πολυτεχνείο και ύστερα συνέχισε στη Σχολή Καλών Τεχνών. Και μια και βρεθήκαμε να τα λέμε την ημέρα των εγκαινίων του Νέου Μουσείου της Ακρόπολης, ρωτάμε και τη γνώμη του πώς το βρίσκει αυτό το κτήριο που πέρασε από σαράντα κύμματα και προκάλεσε τόσες συζητήσεις. Οι αντιρρήσεις του είναι προφανείς: «Οι κάτοικοι μιας χώρας γνωρίζουν την ιστορία της, έχουν συνυφαστεί με τις παραδόσεις της, αλλά η τέχνη του αρχιτέκτονα έχει σήμερα εμπορευματοποιηθεί. Είναι οι μεγάλες εταιρείες που κάνουν κουμάντο. Δώσανε στον Πέϊ να φιάξει την πυραμίδα στο Λούβρο και στον Τσουμί να φιάξει το Νέο Μουσείο της Ακρόπολης, ο οποιος έφιαξε κάτι τεράστιο, χολλυγουντιανό και γκλαμουράτο. Ο Τσαρούχης έλεγε «στην Ελλάδα είναι όλα μικρά, οι δικτατορίες, τα βερύκοκα», το μουσείο έπρεπε να είναι πιο μικρό και πιο σεμνό. Είχαμε τόσες καλές προτάσεις από Ελληνες αρχιτέκτονες και οι αρμόδιοι εδώ έκαναν απανωτούς διαγωνισμούς μέχρι που μας παρουσίασαν κάποιοι ξένοι εκείνο το «μάτι», μια μικρή τρύπα για να βλέπει ο επισκέπης απέναντι τον Παρθενώνα, κλείνοντας το άλλο του μάτι! Ανεκδιήγητα πράγματα !!!».
Ολο το έργο του Σωτήρη Σόρογκα θα έχουμε την ευκαιρία να το δούμε στην αναδρομική έκθεση που θα του κάνει το Μουσείο Μπενάκη το 2011. Τότε θα δούμε και τις αγιογραφίες του, με τις οποιες ξεκίνησε για λογους βιοποριστικούς την καριέρα του, σπρωγμένος από τον Μόραλη που ήταν κι αυτός αγιογράφος, καθώς υπήρξε μαζί με τον Τσαρούχη μαθητής του Φώτη Κόντογλου. Στην αγιογραφια μάλιστα σκέπτεται να ξαναγυρίσει ο Σωτήρης Σόρογκας.
Πάντα ξαναγυρνάμε στις ρίζες μας…
Της Ξένης Μουχίμογλου
Ο ΣΩΤΗΡΗΣ ΣΟΡΟΓΚΑΣ ΣΤΟΝ ΠΟΡΟ |
|